Το "Πολιτικό μου ημερολόγιο" αποτελεί ένα ελεύθερο βήμα έκφρασης και ανταλλαγής απόψεων για κρίσιμα και επίκαιρα θέματα που μας απασχολούν στην καθημερινότητα. Θα χαρώ να διαβάσω τις προσωπικές σας απόψεις και θέσεις καθώς και τη κριτική και τις εισηγήσεις σας για το κοινοβουλευτικό έργο που ασκείται μέρχρι τώρα. Ν.Κ.
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
Blog συζήτηση: Ψευδοπανεπιστήμια στα Κατεχόμενα
Τι μέτρα πιστεύετε ότι θα πρέπει να λάβει η Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό να εμποδίσει την αναγνώριση των ψευδοπανεπιστημίων στην διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει μια τέτοια αναγνώριση πάνω στο πολιτικό μας ζήτημα;
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
«Η λογική έγινε τρέλα και ο συμβιβασμός πατριωτισμός», Νίκος Κουτσού (2006)
Διαβάστε μια παλαιότερη συνέντευξη του Νίκου Κουτσού που πήραμε από το αρχείο του. Πρόκειται για συνέντευξη στον Λάμπρο Καούλλα στις 20 Μαρτίου 2006.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, όταν ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης αναχωρούσε για την Κοπεγχάγη, όπου θα δεσμευόταν τελικά για το Σχέδιο Ανάν, κάποιοι φώναζαν και διαμαρτύρονταν έντονα. Τον προειδοποιούσαν να μην πάει για να μην δεσμευτεί. Ο κ. Κληρίδης τότε είπε μεταξύ άλλων, «με τα σημερινά δεδομένα εάν ακούσω μερικούς τρελούς δε θα πρέπει να υπογράψω λύση». Σήμερα, η «Νοητική Αντίστασις – www.N-A.gr», πιστή στην ποιοτική διαδικτυακή της παρουσία, φιλοξενεί μια άκρως ενδιαφέρουσα και αποκλειστική συνέντευξη ενός εκ των «τρελών». Τον κ. Νίκο Κουτσού.
Όταν ο κ. Νίκος Κουτσού ίδρυσε το 1996 τους Νέους Ορίζοντες οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις μειδίασαν. Τούς αποκάλεσαν τότε μια παρέα περιθωριοποιημένων «ακροδεξιών». Δέκα χρόνια μετά, όντας Αναπληρωτής Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος και εις εκ των πρωτεργατών του ΟΧΙ, με συνεπείς, ξεκάθαρες, προοδευτικές και πατριωτικές θέσεις, ίσταται πλέον ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του κομματικού διπολισμού. Λάμπρος Καούλλας: Εδώ και πολύ καιρό και με συνέπεια απορρίπτετε την ιδέα της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας ως βάση λύσης του Κυπριακού και μιλάτε για την λεγόμενη «Ευρωπαϊκή Λύση». Τι είδους λύση είναι αυτή για το Κυπριακό, τι υποχωρήσεις ή παραχωρήσεις θα πρέπει να κάνουμε στα πλαίσια μιας τέτοιας λύσης και πως διασφαλίζεται η δημοκρατικότητα (στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων) και η λειτουργικότητα τους κράτους που θα προκύψει από αυτή;
Νίκος Κουτσού: Η Ευρωπαϊκή Λύση είναι βασισμένη στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Δηλαδή όπως λέμε ένα κράτος είναι «τριτοκοσμικό» λέμε και ότι ένα κράτος είναι ευρωπαϊκό. Τι διαχωρίζει ένα δημοκρατικό, ευρωπαϊκό κράτος από τα άλλα; Η βάση λειτουργίας του. Δηλαδή, στηρίζεται πρώτα και πάνω απ’ όλα στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, στην δημοκρατική αρχή, στην αρχή του κράτους δικαίου και στην αρχή διάκρισης των εξουσιών. Δεν θα βρεις, για παράδειγμα, ευρωπαϊκό κράτος το οποίο να προβλέπει ότι σε περίπτωση αδιεξόδων λειτουργίας του προσφεύγει σε δικαστές ξένους. Τις λύσεις θα τις δώσουν οι συντεταγμένες εξουσίες, είτε μέσα από Δημοψήφισμα, είτε μέσα από αποφάσεις της Βουλής είτε με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Άρα όταν λέμε «ευρωπαϊκή λύση» εννοούμε την λύση η οποία θα στηρίζεται και θα υλοποιεί τις αρχές ίδρυσης των ευρωπαϊκών κρατών. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια, κάποιοι, να συγχύσουν τα πράγματα. Πως; Θεωρώντας ότι η ομοσπονδία είναι εκτός ευρωπαϊκών αρχών. Δεν είναι καθόλου. Η ομοσπονδία η ορθόδοξη, η οποία και πάλι βασίζεται στις τέσσερις αρχές που σας είπα, ναι, υπάρχει και στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει όμως πουθενά «διζωνική ομοσπονδία». Διότι «διζωνικότητα» συνεπάγεται ορισμένες προϋποθέσεις και επιπτώσεις οι οποίες αντιστρατεύονται τις βασικές αρχές της λειτουργίας της Ευρώπης. Άρα δεν είναι τι παραχωρήσεις θα κάνουμε για να πετύχουμε την ευρωπαϊκή λύση. Είναι πως θα εξηγήσουμε σε όλο τον κόσμο, Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους, ότι αφού το μέλλον μας είναι η Ευρώπη, τότε πρέπει και το κράτος μας να είναι σύμφωνο με τις ευρωπαϊκές αρχές. Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση. Δηλαδή από τη μια οι Ευρωπαίοι λένε στην Τουρκία ότι για να μπεις στην Ευρώπη πρέπει να εξευρωπαϊστείς – και δεν ακούω κανένα να λεει ότι είναι λαϊκισμός ο εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας – και εμάς μας θέλουν, ενώ είμαστε στην Ευρώπη, να δεχτούμε λύσεις που δεν είναι ευρωπαϊκές!
ΛΚ: Πως μπορεί μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, να βρει το δίκαιό της σε ένα τεράστιο οργανισμό συμφερόντων όπως η Ε.Ε.;
ΝΚ: Με προγραμματισμό, με πειστικότητα, με ταύτιση συμφερόντων σε άλλες περιπτώσεις ή και αξιοποίηση κάποιων συγκυριών. Όπως για παράδειγμα η αντίδραση των ευρωπαϊκών λαών στην Τουρκία. Στα θέματα του βέτο, στα θέματα της έναρξης των διαπραγματεύσεων. Εάν εμείς ήμασταν προετοιμασμένοι κατάλληλα και μελετημένοι σωστά πιστεύω ότι μπορούσαμε να κερδίσουμε. Και τώρα μπορούμε να κερδίσουμε.
ΛΚ: Είναι λανθασμένη, κατά τη άποψη σας, η μη χρησιμοποίηση του δικαιώματος του βέτο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας;
ΝΚ: Κατά την άποψη μου, ναι. Έπρεπε να είχε αξιοποιηθεί η δυνατότητα του βέτο η οποία θα ανάγκαζε την Τουρκία, αντί να παίζει με τα θέματα της αναγνώρισης, να τα παραχωρήσει. Αυτό θα ήταν το πρώτο. Το δεύτερο, θα έπρεπε να μπει καθαρά μέσα στο διαπραγματευτικό πλαίσιο και η διαδικασία αποχώρησης της Τουρκίας από την Κύπρο, απόσυρσης των εποίκων και των στρατευμάτων και αποδοχής των αποφάσεων των ευρωπαϊκών οργάνων. Αυτά πολύ κακώς δεν συμπεριλήφθησαν.
ΛΚ: Υπάρχει λόγος;
ΝΚ: Υπάρχει μια, κατά την άποψη μου, λανθασμένη αντίληψη που ξεκινά από την Αθήνα και την έχει προωθήσει η Ουάσινγκτον ότι Ελλάδα και Κύπρος έχουν να κερδίσουν από την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη. Βεβαίως έχουν να κερδίσουν νοουμένου ότι θα μπει μια ευρωπαϊκή Τουρκία και δεν θα μπει με τους όρους της Τουρκίας στην Ευρώπη. Άρα, η δοκιμασία αυτής της διαδικασίας και της προσαρμογής της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα θα άρχιζε με το να αποδεχθεί ορισμένα πράγματα μεταξύ των οποίων και η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι νοητό να δεχόμαστε εμείς ως κράτος να μην μας αναγνωρίζει η Τουρκία και ταυτόχρονα να συγκατανεύουμε στο να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Τι πιο απλό πράγμα.
Κ: Πηγαίνοντας τέσσερα χρόνια πίσω, και συγκεκριμένα στις 11 Δεκεμβρίου 2002, πριν ο Πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης αναχωρήσει για την Κοπεγχάγη, οπού τελικά δεσμεύτηκε για το Σχέδιο Ανάν μίλησε, μεταξύ άλλων, για κάποιους «τρελούς», που αν τους άκουγε δεν θα υπόγραφε. Ποιους εννοούσε;
ΝΚ: Ασφαλώς ήξερε ο Πρόεδρος Κληρίδης και από τις συζητήσεις στο Εθνικό Συμβούλιο ότι εμείς, ως Νέοι Ορίζοντες τότε, ήμασταν σταθερά αντίθετοι με την αποδοχή της συζήτησης του Σχεδίου Ανάν και την αποδοχή της συζήτησης του στην Κοπεγχάγη όταν το μόνο θέμα που έπρεπε να είχε συζητηθεί ήταν η ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς η δεκαπενταετία Βασιλείου - Κληρίδη έφερε τα πάνω κάτω και άλλαξε και τις αρχές και τις έννοιες. Έτσι, η λογική έγινε τρέλα και ο συμβιβασμός έγινε πατριωτισμός. Ευτυχώς που η παρέμβαση των πολιτών στις 24 του Απρίλη αποκατέστησε την ισορροπία, έδωσε το σωστό περιεχόμενο στις έννοιες και δικαίωσε την σωστή πατριωτική στάση που οι Νέοι Ορίζοντές τότε, πρώτοι και μόνοι, είχαν διατυπώσει και είχαν στηρίξει.
ΛΚ: Γιατί η κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου, η οποία σωστά προέτρεψε τον Λαό να απορρίψει το Σχέδιο Ανάν και με την οποία συμπαραταχθήκατε στην απόφασή της τούτη, επιμένει – έστω και αν έχει δηλώσει πολλές φορές ότι το Σχέδιο είναι νεκρό – να το επικαλείται ως βάση διαπραγμάτευσης και δεν επιμένει, καθαρά και ξάστερα, στην Ευρωπαϊκή Λύση;
ΝΚ: Νομίζω ότι υπάρχουν δύο λόγοι. Υπάρχει ο πρώτος, οι εσωτερικοί συσχετισμοί. Είναι δεδομένο ότι οι ηγεσίες του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ υποστηρίζουν λύση με βάση το Σχέδιο Ανάν, σε επίπεδο ηγεσιών. Σε επίπεδο πολιτών είναι γνωστό ότι απορρίπτεται και από τους οπαδούς και των δύο κομμάτων. Νομίζω αυτό μετρά στις εκτιμήσεις του Προέδρου και επιλέγει να τοποθετείται πολιτικά ότι θα πρέπει να υπάρξει αλλαγή του Σχεδίου για να υπάρξει λύση. Ταυτόχρονα όμως έχει υποβάλει μια σειρά από προτάσεις στα Ηνωμένα Έθνη που εκεί διαπιστώνουμε ότι καλώς υπερασπίζεται τα συμφέροντα της Κύπρου. Και το δεύτερο πιστεύω, ίσως είναι εκτίμηση του Προέδρου ότι θα τραβούσε τα θέματα στα άκρα και θα συγκρουόταν με βασικούς παράγοντες της εξωτερικής πολιτικής της περιοχής όπως είναι οι Αγγλοαμερικάνοι αν θεωρούσε το Σχέδιο νεκρό. Αντίθετα, εγώ πιστεύω, θα ήταν πιο σωστός και πιο ωφέλιμος για την Κύπρο ο οριστικός ενταφιασμός του Σχεδίου έτσι ώστε να αναζητήσουμε ένα νέο σχέδιο πάνω σε μια νέα βάση. Άρα η δική μας η πλευρά μετά το Δημοψήφισμα έπρεπε να θέσει τις βάσεις λύσης και τις αρχές λύσης του Κυπριακού που για μας δεν είναι άλλες από τις ευρωπαϊκές όπως εξήγησα και προηγουμένως.
ΛΚ: Κύριε Κουτσού, λόγω της πολύχρονής εμπειρίας σας ως ιδρυτής και πρόεδρος του ΚΥ.ΚΕ.Μ (Κυπριακό Κέντρο Μελετών) και της συμμετοχής σας σε πολλά άλλα ερευνητικά ιδρύματα και συμβούλια όσο και της ανάμιξης σας στην πολιτική, γνωρίζετε από πρώτο χέρι τι σημαίνει διεθνείς σχέσεις και συμφέροντα. Με ποιο τρόπο θα βρει η Κύπρος το δίκαιο της σε αυτό το περιβάλλον και τι είναι αυτό που αποτρέπει τόσο την παρούσα όσο και τις προηγούμενες κυβερνήσεις στο να το πράξουν;
ΝΚ: Ασφαλώς για ένα μικρό κράτος είναι δύσκολη η διεθνής πραγματικότητα και χρειάζεται πάρα πολλή σοφία, πάρα πολύς προγραμματισμός, μελέτη, για να καθορίσει ποια είναι εκείνα τα συμφέροντά σου που μπορείς να προστατεύσεις και πως θα τα προστατεύσεις. Νομίζω ότι ο κυριότερος λόγος που δυσκολευόμαστε να βρούμε το δίκαιο μας, είναι η αδυναμία μας να σχεδιάσουμε και να στηρίξουμε και να διεκδικήσουμε το δίκαιο μας. Όπως λειτουργεί το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο, χωρίς εξειδικευμένα κέντρα, χωρίς εξειδικευμένες πολιτικές, είναι πολύ δύσκολο στο διεθνή χώρο να είμαστε αυτό που λέμε «σύγχρονοι» και πειστικοί. Επικρατεί μια λογική διαχείρισης της εξωτερικής μας πολιτικής η οποία δεν έχει ξεφύγει και πολύ από την λογική που μας επιβάλλουν οι Αγγλοαμερικάνοι. Αυτό πιστεύω ότι είναι και η μεγαλύτερη αδυναμία της άρχουσας πολιτικής τάξης στην Κύπρο. Δεν έχει αποδεσμευτεί από επηρεασμούς ξένων καταστάσεων και να σκεφτεί από μόνη της και να βρει τον δρόμο από μόνη της.
ΛΚ: Πως αξιολογείτε την διαχείριση του ΟΧΙ του 76% του Λαού από την κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου;
ΝΚ: Υπήρξε μια σωστή πρώτη φάση διαχείρισης του αποτελέσματος του Δημοψηφίσματος ούτως ώστε να απορροφηθούν οι αντιδράσεις από τον ξένο παράγοντα. Απ’ εκεί και πέρα, στη δεύτερη φάση, πιστεύω ότι έπρεπε να μπούμε πιο δυναμικά και πιο διεκδικητικά καθορίζοντας εμείς τα θέματα της ατζέντας. Δεν πρέπει να περιμένουμε, πρέπει εμείς να προτείνουμε.
ΛΚ: Πότε ξεκίνησε η δεύτερη φάση;
ΝΚ: Μετά από τον πρώτο χρόνο νομίζω ότι είχε μειωθεί η αντίδραση και μπορεί κανένας να το θεωρήσει ως σημείο εκκίνησης το σημείο εκείνο που και οι Αμερικάνοι και οι Εγγλέζοι παραδέχθηκαν δημόσια ότι έπρεπε να γίνουν αλλαγές στο Σχέδιο Ανάν. Εμείς έπρεπε να είμαστε πιο προχωρημένοι, έπρεπε να υλοποιήσουμε την πρόνοια του Σχεδίου ότι αν απορριφθεί παύει να υπάρχει και να καταθέσουμε αμέσως στις 25 του Απρίλη πρόταση για λύση. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε και τώρα. Να καθορίσουμε τις βασικές αρχές λύσης του Κυπριακού και πάνω σ’ αυτές θα δουλέψουμε. Διότι αν περιμένουμε να μας φέρουν κάποιοι σχέδιο ξέρουμε ότι το σχέδιο θα είναι παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν και ξέρουμε ότι θα μας υποχρεώσουν να ξαναπούμε Όχι. Άρα αν θέλουμε λύση, αν θέλουμε να αναλάβουμε πρωτοβουλία πρέπει να προχωρήσουμε. Εξάλλου, μπορούν να συζητηθούν και θέματα που είναι εκτός του Σχεδίου, για παράδειγμα τα θέματα των Βάσεων που έγειραν οι Εγγλέζοι στο Σχέδιο Ανάν. Άρα συμφωνούμε με την πρώτη φάση της διαχείρισης του ΟΧΙ από τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, διαφωνούμε όμως με την δεύτερη η οποία και πάλι εμπεριέχει στοιχεία εσωτερικών ισορροπιών. Πρέπει να καταλάβουμε στην Κύπρο ότι από την στιγμή που οι δύο ηγεσίες, Συναγερμού και ΑΚΕΛ, έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουμε πολιτική. Για να αλλάξουμε πολιτική πρέπει να αλλάξουν και οι εσωτερικοί πολιτικοί συσχετισμοί.
ΛΚ: Για την Συνάντηση στο Παρίσι και τις πρόσφατες εξελίξεις ποια είναι η άποψη σας;
ΝΚ: Εμείς θεωρούμε θετική τη συνάντηση, με την έννοια ότι αποδέχθηκε ο Γενικός Γραμματέας να συζητηθούν και θέματα ουσίας και μόνο με αυτή την προϋπόθεση θα πρέπει να δεχτούμε να εμπλακούμε σε αυτές τις συνομιλίες. Είναι σημαντικότατο, να τονίσουμε, ότι μία από τις πτυχές ουσίας είναι και η Αμμόχωστος. Άρα αυτοί που κλαιν για την Αμμόχωστο πρέπει να στηρίξουν αυτή την διαδικασία για να συζητηθεί με την λογική ότι πρέπει να επιστραφεί στους νόμιμους κατοίκους της. Είναι σημαντικό σημείο διότι μέχρι τώρα δεν πετύχαμε τέτοια καθαρή θέση του Γενικού Γραμματέα ότι πρέπει να συζητηθεί το θέμα της Αμμοχώστου παρόλο που υπάρχει το ψήφισμα 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας.
ΛΚ: Οι Νέοι Ορίζοντες υπήρξαν εκ των συνιδρυτών της ομάδας του Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος στο Ευρωκοινοβούλιο. Ποια η θέση του EDP στο Κυπριακό και μέχρι ποιο σημείο είναι έτοιμο να υπερασπιστεί τις θέσεις μας;
ΝΚ: Το Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα έχει κάμει και ειδική σύνοδο στην Κύπρο, στην Λάρνακα, όπου ήρθε όλη η ηγεσία και στο οποίο έχει εγκριθεί η πολιτική του EDP για το Κυπριακό και αποτελεί πλέον το πλαίσιο λειτουργίας μας. Είναι ένα πλαίσιο που στηρίζει την Ευρωπαϊκή Λύση, συμφωνεί μαζί μας και έχουμε κερδίσει αρκετή υποστήριξη από τα κόμματα και τις χώρες που συμμετέχουν στο EDP.
ΛΚ: Ο κ. Ρομάνο Πρόντι, ο επίτιμος πρόεδρος του EDP, του κόμματος του οποίου εσείς είστε Αντιπρόεδρος, πιθανόν να κερδίσει τις εκλογές στην Ιταλία. Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η στάση του στο Κυπριακό και πως μπορεί η δική σας θέση ως συνιδρυτής, αντιπρόεδρος του EDP και φίλος του Ρομάνο Πρόντι να επηρεάσει την στάση του όσον αφορά το Κυπριακό.
ΝΚ: Εμείς εκφράζουμε την ελπίδα και την ευχή τελικά ο Ρομάνο Πρόντι να αναδειχθεί πρωθυπουργός στην Ιταλία και ελπίζουμε ακόμα ο Πρόεδρος του "La Margherita", ο Francesco Rutelli, να πάρει και το Υπουργείο Εξωτερικών ή ένα σημαντικό υπουργείο για να έχουμε ισχυρές προσβάσεις στην ιταλική κυβέρνηση. Ήδη με την συνεδρία που έγινε τον περασμένο Ιούλιο του 2005 του ανωτάτου συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος στην Λάρνακα έχουν καθοριστεί οι θέσεις του κόμματος για το Κυπριακό οι οποίες προβλέπουν την προώθηση Ευρωπαϊκής Λύσης. Αντιλαμβάνεστε ότι θα είναι μια πολύ μεγάλη υποστήριξη στην πρότασή μας για Ευρωπαϊκή Λύση αν τελικά εκλεγεί ο Ρομάνο Πρόντι ως πρωθυπουργός της Ιταλίας και ανεβούν οι δυνάμεις αυτές στην εξουσία με το δεδομένο ότι ο Μπερλουσκόνι υποστήριζε και υποστηρίζει τις τουρκικές θέσεις.
ΛΚ: Παρά το ότι έχουν ήδη περάσει 2 χρόνια από το Δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 βλέπουμε ότι οι υποστηρικτές του Σχεδίου, η γνωστή «Πλατφόρμα του ΝΑΙ» έχει επιδείξει μέχρι σήμερα συνοχή και υποστηρίζει σθεναρά – και αυτό προς τιμήν της – τις ιδέες και τις θέσεις της. Υπάρχει κάποια παρόμοια διακομματική «συμμαχία» από πλευράς των δυνάμεων και των προσωπικοτήτων που υποστήριξαν το ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν;
ΝΚ: Εδώ υπάρχει μια πάρα πολύ σημαντική αντίφαση. Από τη μια υποστηρίζουν ότι σέβονται την ετυμηγορία του λαού και από την άλλη επιμένουν στις θέσεις τους. Ε πως σέβονται την ετυμηγορία του λαού; Δεύτερον, απεδείχθη ότι όλη εκείνη η κινδυνολογία δεν ευσταθούσε, τουλάχιστον στα κύρια μέρη της. Τρίτο, δεν έχουν μέχρι τώρα πει πως είναι δυνατόν να εφαρμοστεί το Σχέδιο Ανάν. Ζητούν από τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο να καταθέσει τις προτάσεις του και να ιεραρχήσει τις εισηγήσεις του αλλά οι ίδιοι δεν το κάνουν. Και όταν μάλιστα μας λένε ότι έχουν και κοινές επιτροπές που συσκέπτονται για το Κυπριακό με τον Ταλάτ, τόσο το ΑΚΕΛ όσο και ο Συναγερμός, δεν ήλθαν καμιά φορά να μας πουν τι είναι το αποτέλεσμα αυτών των επιτροπών και που έχουν καταλήξει. Άρα πιστεύω ότι συνεχίζουν μια πολιτική ενός ανταρτοπολέμου ή αν θέλετε «κρυφού πολέμου» υπέρ του Σχεδίου Ανάν που δεν τολμούν να την παρουσιάσουν στην πραγματικότητα.
ΛΚ: Γι’ αυτό και έχει αλλάξει η φρασεολογία;
ΝΚ: Βεβαίως, και ακούμε για παράδειγμα τον κ. Αναστασιάδη να μας λεει ότι αν επανέλθει το Σχέδιο ως έχει είναι αυτοκτονία, αλλά αυτό το Σχέδιο στο Δημοψήφισμα το θεωρούσε ως ιστορική ευκαιρία και καλούσε τους πολίτες να το ψηφίσουν. Πως, όπως είπε ο Πρόεδρος Κληρίδης, ότι θα προτιμούσε να αποδημήσει εις Κύριον παρά να δει να απορρίπτεται το Σχέδιο, τώρα μας λεν ότι αν επανέλθει θα είναι αυτοκτονία! Αυτές είναι τραγικές αντιφάσεις που αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε λάθος πλευρά.
ΛΚ: Υπάρχει κάποια παρόμοια διακομματική συμμαχία από πλευράς δυνάμεων και προσωπικοτήτων που υποστήριξαν το ΟΧΙ;
ΝΚ: Είναι γνωστό ότι υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις και αναλύσεις σε όλο το φάσμα του ΟΧΙ. Βασικές, διαφορετικές αντιλήψεις είναι στο κατά πόσον με την απόρριψη του το Σχέδιο πρέπει να εξαφανιστεί και να αντικατασταθεί με άλλο ή κατά πόσον υπάρχουν πιθανότητες και περιθώρια βελτίωσης. Εμείς από την εμπειρία και από την συμμετοχή μας στο Εθνικό Συμβούλιο και όλος αυτός ο χρόνος που πέρασε και οι συζητήσεις που έγιναν πιστεύουμε ότι οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αλλάξει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει αποδεχτό το Σχέδιο. Και νομίζω είναι εύκολα κατανοητό, διότι από την στιγμή που η τουρκική πλευρά επήρε αυτά που επήρε πως θα δεχτεί να αλλάξουν χωρίς να πάρει αντίστοιχα ωφελήματα; Άρα η εμμονή στην συζήτηση του Σχεδίου Ανάν οδηγεί μαθηματικά στην αδυναμία τροποποίησής του άρα και στην τελική αποδοχή του ως έχει.
ΛΚ: Υπάρχει συμφωνία στο τι πρέπει να προταθεί ως βάση λύσης του Κυπριακού, διότι από το ΟΧΙ του ΑΚΕΛ με απώτερο σκοπό το «τσιμέντωμα του ΝΑΙ» ως το ΟΧΙ του ΕΥΡΩ.ΚΟΜΜΑΤΟΣ με σκοπό την «ευρωπαϊκή λύση» υπάρχει πελώριο χάσμα.
ΝΚ: Ασφαλώς υπάρχει διότι εμείς δεν δεχόμαστε την ουσία και την φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν την οποία θεωρούμε ρατσιστική, αντιδημοκρατική και μη λειτουργική. Εξάλλου είναι γνωστό ότι και το ΑΚΕΛ διαφώνησε με την εκτίμηση του Προέδρου Παπαδόπουλου που έκανε στο διάγγελμα του ότι το Σχέδιο Ανάν βαθαίνει την διχοτόμηση. Εμείς συμφωνούμε με αυτή την εκτίμηση (του Προέδρου) γι’ αυτό και εισηγούμαστε να αλλάξουμε εντελώς πορεία και να προχωρήσουμε προς την ευρωπαϊκή λύση.
ΛΚ: Από πλευράς Ελληνοκυπρίων ποιους «συμμάχους» έχετε στο πολιτικό σύστημα;
ΝΚ: Εμείς απευθυνόμαστε στους πολίτες και τους ζητούμε ιδιαίτερα και ενόψει εκλογών να μας δώσουν στήριξη για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Υπάρχει ένα πρόβλημα σε επίπεδο ηγεσιών οι οποίες έχουν σχεδόν όλες δεσμευθεί στην επαναδιαπραγμάτευση του Σχεδίου Ανάν, με εξαίρεση την ηγεσία του Ευρωπαϊκού Κόμματος, που πιστεύουμε ότι δεν θα οδηγήσει πουθενά, αντίθετα θα μας παγιδεύσει. Γι’ αυτό απευθυνόμαστε στους πολίτες, αποβλέπουμε και εργαζόμαστε ούτως ώστε οι εκλογές του Μαΐου 2006 να αλλάξουν τις εσωτερικές ισορροπίες, να δώσουν ώθηση στις ιδέες του Ευρωπαϊκού Κόμματος και την δυνατότητα να τις προωθήσουμε περαιτέρω.
Κ: Πως κρίνετε τις επαφές κομμάτων και οργανώσεων με Τουρκοκυπριακά κόμματα; Εσείς ως ΕΥΡΩ.ΚΟΜΜΑ διατηρείτε επαφές με Τουρκοκυπριακά κόμματα και σε ποιο επίπεδο;
ΝΚ: Εμείς από την αρχή δηλώναμε και δηλώνουμε ότι οι σχέσεις πρέπει να είναι πολιτικές και όχι απλώς να συναντιόμαστε για να συναντιόμαστε. Γι’ αυτό και ως Νέοι Ορίζοντες και ως Ευρωπαϊκό Κόμμα κάνουμε ουσιαστικές επαφές, τελευταία είχαμε συνάντηση με τον κ. Ακκιντζί που συζητήσαμε την πρότασή του για επανένταξη των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δηλαδή πράγματα τα οποία απέρριπταν κάποιοι Ελληνοκύπριοι ηγέτες σήμερα τα δέχεται και τα προτείνει η ηγεσία ή ένα μέρος της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων. Πιστεύω ότι είναι μια πάρα πολύ σοβαρή εξέλιξη, πρέπει να την λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη για να μπορέσουμε να κτίσουμε πάνω στην προοπτική της ευρωπαϊκής λύσης.
ΛΚ: Πως αντιμετωπίζουν οι Τουρκοκύπριοι την προοπτική της Ευρωπαϊκής Λύσης όπως την προτείνει το ΕΥΡΩ.ΚΟΜΜΑ νοουμένου ότι έχουν κερδίσει πολλά από τότε που έχουν διανοιχτεί τα οδοφράγματα αλλά και το ότι θα είχαν τόσα οφέλη από το Σχέδιο Ανάν;
ΝΚ: Έχουν κερδίσει αρκετά πράγματα αλλά από την άλλη καταλαβαίνουν ότι αυτά δεν είναι εκείνα τα οποία θα τους επιτρέψουν να ζήσουν ως ισότιμοι πολίτες. Πιστεύω ότι σήμερα στους Τουρκοκύπριους υπάρχει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα για την Τουρκία και την πολιτική της απέναντί τους και υπάρχει και μια συνεχώς αυξανόμενη τάση να επανενταχθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία για να αξιοποιήσουν πλήρως τα οφέλη ως Κύπριοι πολίτες. Είναι βασικά ένα θέμα το οποίο εμείς μπορούμε να το χειριστούμε σωστά και να αλλάξουμε τα δεδομένα. Πιστεύω πως το κλειδί σε αυτή την φάση του Κυπριακού είναι ποιος θα κερδίσει την εμπιστοσύνη των Τουρκοκυπρίων.
ΛΚ: Ένα κύριο επιχείρημα των υποστηρικτών του Σχεδίου Ανάν είναι ότι με την απόρριψή του παγιοποιήθηκε η διχοτόμηση ποικιλοτρόπως: με την καλπάζουσα ανάπτυξη των κατεχομένων, τον οικοδομικό οργασμό, την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των Τουρκοκυπρίων, την έμμεση αναβάθμιση του ψευδοκράτους από τους ξένους. Πως αντικρούετε αυτό το επιχείρημα;
ΝΚ: Κοιτάξτε, είναι ένα παραμύθι το οποίο όλοι γνωρίζουμε, όχι τώρα, αλλά από την στιγμή που έγινε η εισβολή του 1974 ο κίνδυνος της διχοτόμησης είναι εκεί. Εάν δεν γίνεται, δεν γίνεται διότι βασικά δεν συμφέρει στην Τουρκία. Και αν το αναλύσει κανένας σωστά θα αντιληφθεί ότι η πολιτική της Τουρκίας δεν ευνοεί την διχοτόμηση, μπορεί σε κάποια φάση να την ευνόησε, αλλά μετά την εισβολή δεν την ευνοεί. Αντίθετα την χρησιμοποιεί ως απειλή για τον λόγο ότι τα δύο κράτη δεν είναι σίγουρο ότι συμφέρουν στην Τουρκία. Τα δύο κράτη σημαίνει ότι μένουμε εμείς ως μέλη της Ε.Ε. και κρέμεται στο κενό η ύπαρξη των Τουρκοκυπρίων ως κράτος. Αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι πρέπει εμείς να επιδιώξουμε τέτοια λύση, είναι καταστροφική, απλώς λεω γιατί κατά την άποψη μου δεν συμφέρει ούτε και στην Τουρκία και ούτε την προωθεί. Αυτό που προωθεί η Τουρκία είναι μια λύση η οποία να είναι ουσιαστικά μια συνομοσπονδία δύο κρατών και να έχουν από πάνω ένα κάλυμμα, μια κρατική υπόσταση και μέσα από αυτή την μορφή να προωθούντα οι θέσεις τους.
ΛΚ: Είμαστε ειλικρινείς όμως όταν βλέπουμε τα τετελεσμένα της κατοχής και της απόρριψης του Σχεδίου που είναι πέρα για πέρα υπαρκτά και μπροστά στα μάτια μας ή εθελοτυφλούμε;
ΝΚ: Εάν με βάση το Σχέδιο Ανάν θα τελείωναν τα τετελεσμένα της κατοχής θα μπορούσε κανένας να το σκεφτεί. Αλλά το Σχέδιο Ανάν δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να νομιμοποιήσει τα δεδομένα της εισβολής, να τα μετατρέψει σε παράγοντα πολιτικής και δημοκρατικής λειτουργίας και σε συστατικό πλέον στοιχείο της ζωής μας στην Κύπρο. Άρα δεν είχαμε την ευκαιρία να απαλλαγούμε και την πετάξαμε, είχαμε την ευκαιρία να νομιμοποιήσουμε όλα αυτά και δεν το αποδεχτήκαμε. Επομένως πρέπει να συνεχίσουμε, πρέπει να συνεχίζουμε με αυτή την πολιτική και να διεκδικήσουμε εκείνα τα οποία δικαιούμαστε. Πολλοί λεν «μα αυτά τα πράγματα είναι θεωρίες». Δεν είναι θεωρίες. Κανένας δεν περίμενε ότι θα κατέρρεε το κομμουνιστικό καθεστώς. Και κατέρρευσε. Επομένως να έχουμε υπομονή, να έχουμε πίστη, να έχουμε προγραμματισμό και κάποτε θα υλοποιήσουμε αυτά τα οποία θέλουμε.
ΛΚ: Από το 2003 που ο Ραούφ Ντενκτάς επέτρεψε να ανοίξουν μερικώς τα οδοφράγματα βλέπουμε το βιοτικό επίπεδο των Τουρκοκυπρίων αν ανεβαίνει δραματικά, το ψευδοκράτος να ισχυροποιείται οικονομικά και πολιτικά και τον πολιτικό προϊστάμενο του Αττίλα, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ να εμφανίζεται θρασύτατος και με θέσεις τις ίδιες και απαράλλακτες από αυτές του προκατόχου του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα πρόσφατα όπου υπήρξε πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση των κατεχομένων, μόλις εμείς σπεύσαμε να τους βοηθήσουμε αυτοί φωταγώγησαν, με το δικό μας ηλεκτρικό ρεύμα, την τουρκική σημαία στον Πενταδάκτυλο!
ΝΚ: Σίγουρα τα δεδομένα που δημιουργήθηκαν και οι πιέσεις που ασκήθηκαν στα κατεχόμενα από τους Τουρκοκυπρίους οδήγησαν την Άγκυρα στο να αποφασίσει να ανοίξει τα οδοφράγματα. Ασφαλώς το άνοιγμα των οδοφραγμάτων έχει τα πλεονεκτήματα για την Τουρκία και για τους Τουρκοκυπρίους τα οποία είναι γνωστά, κυρίως οικονομικά, αλλά έχει και τα πολιτικά μειονεκτήματα. Διότι το βασικό επιχείρημα του Ντενκτάς ότι εάν αφήσουμε τις δύο κοινότητες να ξαναβρεθούν μαζί σε μια εβδομάδα θα σφαγούν, απορρίφθηκε από την ίδια την ζωή και από τα ίδια τα πράγματα. Έτσι δεν υπάρχει κάτι το οποίο σήμερα μπορεί να επικαλεστεί ο Ντενκτάς ή η Άγκυρα γιατί πρέπει να συνεχιστεί η διαίρεση και απομόνωση των Τουρκοκυπρίων. Άρα σε πολιτικό επίπεδο πιστεύω ότι και μεσοπρόθεσμα θα χάσει το βασικό επιχείρημα η Τουρκία. Εξάλλου και το γεγονός ότι πολλές χιλιάδες Τουρκοκυπρίων έχουν πλέον ταυτότητα, έχουν παρουσία στις ελεύθερες περιοχές είναι κάτι που επιβεβαιώνει ότι δεν μπορούν να σταθούν από μόνοι τους και θα πρέπει να είναι ενσωματωμένοι στην κυπριακή κυβέρνηση.
ΛΚ: Με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων έχουν μάλιστα ξεκινήσει και καθόλα επικίνδυνες τάσεις στην ελληνοκυπριακή κοινωνία, όπως η περαιτέρω ενδυνάμωση του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών και όπλων, οι συχνότατες επισκέψεις στα καζίνο των κατεχομένων, οι αγορές από τα κατεχόμενα. Ποια η άποψη σας για τις συνέπειες αυτές που επέφερε η διάνοιξη των οδοφραγμάτων, και πως μπορεί η πλευρά μας να εκμεταλλευθεί την κατάσταση για να αποκομίσει σοβαρά και άμεσα πολιτικά οφέλη και να μην φαίνεται ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι κερδισμένοι και στον Βορρά και στον Νότο;
ΝΚ: Η λύση θα είναι η πλήρης πολιτική ενσωμάτωση ούτως ώστε να αναλάβουν και τις ευθύνες τους μαζί με την απόλαυση των δικαιωμάτων. Αυτή η νοθευμένη κατάσταση τους βοηθά να κερδίζουν αλλά να μην υλοποιούν τις υποχρεώσεις τους. Πιστεύω ότι πρέπει να τους δώσουμε και πλήρη δικαίωμα ψήφου και πλήρη δικαίωμα συμμετοχής στην κυβέρνηση με παράλληλη ανάληψη των ευθυνών που συνεπάγεται αυτή η ιδιότητα. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να τους δίδουμε για παράδειγμα δωρεάν υγεία χωρίς να εφαρμόζουμε τα κριτήρια. Δεν μπορούμε να τους δίνουμε το δικαίωμα της ελεύθερης και πλήρους διακίνησης σε όλη την Κύπρο χωρίς άδειες κυκλοφορίας, χωρίς το ένα, χωρίς το άλλο.
ΛΚ: Γιατί δεν γίνεται αυτό;
ΝΚ: Νομίζω και πάλι είναι θέμα εσωτερικής λανθασμένης εκτίμησης από κάποιες πολιτικές δυνάμεις οι οποίες εκτιμούν ότι με αυτό τον τρόπο δημιουργείται καλύτερο κλίμα. Πιστεύω ότι χειροτερεύει το κλίμα και χειροτερεύει στη σχέση μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων γιατί οι Ελληνοκύπριοι νιώθουν ότι είναι αδικημένοι και ότι ζουν οι Τουρκοκύπριοι σε βάρος τους.
ΛΚ: Για να μιλήσουμε πιο «διαχρονικά». Το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα που για χρόνια παραμένει άλυτο. Ποια είναι τα συμφέροντα που «παίζονται» όσον αφορά την λύση του Κυπριακού και γιατί είμαστε συνεχώς οι αδικημένοι; Μπορούμε να μιλάμε για μια συνωμοσία σε βάρος των Ελληνοκυπρίων;
ΝΚ: Δεν είμαι υπέρ της συνωμοτικής ερμηνείας της Ιστορίας. Πρέπει να κάνουμε μια σε βάθος διάγνωση και να καταλάβουμε και τα λάθη μας και να καταλάβουμε και ποιοι είναι οι παράγοντες που καθορίζουν το Κυπριακό. Το Κυπριακό δυστυχώς είναι ένα πιόνι στη διεθνή σκακιέρα της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή. Η χώρα που θέλει να ελέγξει την περιοχή πρέπει να ελέγχει την Κύπρο, τουλάχιστον μέχρι τώρα διότι οι τεχνολογίες αλλάζουν. Άρα ο λόγος που δεν λύεται το Κυπριακό, ο λόγος που παρουσιάζονται όλα αυτά τα πράγματα είναι αυτή η διάσταση του Κυπριακού διότι επηρεάζει τις ισορροπίες δυνάμεων στην περιοχή. Και βλέπουμε και το ενδιαφέρον της Αμερικής, το ενδιαφέρον της Αγγλίας και της Ρωσίας για την Κύπρο. Αυτό είναι η δύναμή μας και η αδυναμία μας. Δηλαδή πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να το ελέγξουμε για να μπορέσουμε να επηρεάσουμε τις πολιτικές των δυνατών και κυρίως των Αγγλοαμερικανών στην περιοχή μας.
ΛΚ: Για παράδειγμα τους Άγγλους, με ποια πολιτική θα μπορούσαμε να τους επηρεάσουμε;
ΝΚ: Εγώ πιστεύω ότι θα πρέπει επιτέλους να μπει το θέμα των Βάσεων καθαρά και ανοικτά, ότι ως ευρωπαϊκή χώρα δεν χρειαζόμαστε εγγυήτριες δυνάμεις, δεν χρειαζόμαστε να δίδουμε βάσεις με το καθεστώς που τις έχουν οι Άγγλοι. Αν κρίνουμε ότι μπορούμε να ενοικιάσουμε ένα χώρο ως βάση, εντάξει, αλλά αυτό είναι άλλο. Αλλά όχι με την έννοια που έχουν τις Βάσεις οι Άγγλοι.
ΛΚ: Εμμένοντας στο θέμα των Άγγλων, να σας κάνω μια ακόμη ερώτηση: Όσες φορές πήγαμε με τα «νερά» των Άγγλων, στο τέλος ωφεληθήκαμε;
ΝΚ: Δεν νομίζω. Όπως αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα της η Βρετανία ευρίσκονται σε αντίθεση με τα δικά μας. Οι Βρετανοί θεωρούν ότι μια Κύπρος με την Τουρκία να παίζει ένα ρόλο την βοηθά στα δικά της σχέδια ενώ εμείς πιστεύουμε ότι η παρουσία της Τουρκίας είναι εντελώς βλαπτική όχι μόνο για τους Ελληνοκύπριους αλλά και για τους Τουρκοκύπριους. Γι’ αυτό θα πρέπει να δούμε πως χειριζόμαστε τα θέματα των εγγυήσεων και τα θέματα των Βάσεων.
ΛΚ: Λόγω των διεκδικητικών σας θέσεων στο Κυπριακό θεωρείστε, μαζί με άλλες προσωπικότητες, εκ των κύριων εκφραστών του Ελληνοκυπριακού πατριωτισμού. Στις μέρες μας η έννοια έχει ενοχοποιηθεί και έχει σχεδόν ταυτιστεί με τον σωβινισμό, τόσο από την Δεξιά όσο και από την Αριστερά, στο όνομα της επαναπροσέγγισης (τοπικά) αλλά και της παγκοσμιοποίησης (διεθνώς). Τι ρόλο καλείται να διαδραματίσει ο πατριωτισμός σε εθνικό και διεθνές επίπεδο εν έτει 2006;
ΝΚ: Ο υγιής πατριωτισμός καλείται να παίξει τον ρόλο που έπαιζε πάντα. Να υπερασπιστεί τις αρχές της κοινωνίας, του κράτους το οποίο υπάρχει. Ασφαλώς είναι διαφορετικές οι έννοιες σήμερα και τα επίπεδα που πρέπει να ανταποκριθεί αλλά η ουσία είναι μία. Κάθε πατρίδα πρέπει να είναι ελεύθερη, πρέπει να είναι δημοκρατική, πρέπει οι άνθρωποι ειρηνικά να μπορούν να αποφασίσουν και να μπορούν να αντιστέκονται στις όποιες προσπάθειες επιβολής από έξω λύσης. Αυτό γίνεται και στην Κύπρο, δυστυχώς τα παραδοσιακά κόμματα δεν θέλουν να το αντιμετωπίσουν τούτο, συνεχώς μιλούν για τα «νέα δεδομένα» στα οποία πρέπει να προσαρμοστούμε αλλά νέα δεδομένα τα οποία μας αφαιρούν την βασική αντίληψη περί πατρίδας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον εκσυγχρονισμό και με την τεχνολογία γιατί ένας πατριώτης το πρώτο που θέλει είναι η πατρίδα του να προοδεύσει, και τεχνολογικά και οικονομικά. Άρα η υιοθέτηση σύγχρονων μεθόδων εκσυγχρονισμού, τεχνολογίας και όλα αυτά είναι βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να υλοποιήσει τους στόχους της κάθε κοινωνία.
ΛΚ: Στην Κύπρο όμως των δύο κοινοτήτων οι οποίες «αντικρούονται» εθνικά ας πούμε τι είδους πατριωτισμός θα βοηθήσει σε ένα μελλοντικό κοινό κράτος; Ο ελληνικός, ο τουρκικός ή μήπως ο «νεοκυπριακός»;
ΝΚ: Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει «κυπριακό έθνος» ή οτιδήποτε, επομένως δεν νομίζω ότι προσφέρεται. Εκείνο που προσφέρεται είναι η κάθε κοινότητα να εφαρμόσει τον πολιτισμό και τον πατριωτισμό της χωρίς να θίγει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της άλλης κοινότητας. Δεν είναι κατ’ ανάγκην ανταγωνιστικοί οι πολιτισμοί και πατριωτισμοί μας. Τις μετατρέπουν σε ανταγωνιστικούς κάποιοι οι οποίοι θέλουν να μας δουν να κάνουμε αυτά τα πράγματα.
ΛΚ: Μεταξύ άλλων, είσαστε συνιδρυτής του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού. Τι ρόλο καλείται να παίξει ο Ελληνισμός ως ιδέα;
ΝΚ: Σίγουρα ο Ελληνισμός ως ιδέα, ως πολιτισμός δεν είναι μουσειακό αποτέλεσμα. Δηλαδή δεν είναι να πηγαίνεις πίσω και να λες «αχ τι καλοί που ήταν οι πρόγονοί μας». Ο Ελληνισμός είναι η κινητήρια δύναμη για τον σύγχρονο Έλληνα στην εποχή και πρέπει να τον προχωρήσουμε και πρέπει να τον εξελίξουμε. Όχι ανταγωνιστικά, αλλά συναινετικά και συνενωτικά με τους άλλους πολιτισμούς. Όχι με την έννοια ότι είμαστε ο καλύτερος πολιτισμός άρα και οι άλλοι θα πρέπει να μας ακολουθήσουν. Από την άλλη είναι μια βασική πηγή έμπνευσης και της Ευρώπης, έδωσε σε πάρα πολλούς τομείς τα φώτα του και μπορεί να τον αξιοποιήσουμε. Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι σύγχρονοι Έλληνες πόρρω απέχουν από τα επιτεύγματα των αρχαίων ημών προγόνων και ότι πρέπει να επανέλθουν σε μια διαδικασία που να αποκαταστήσουν τις βασικές αρχές της ελληνικής φιλοσοφίας που κάποτε είχε επηρεάσει ολόκληρα τα παγκόσμια ρεύματα.
ΛΚ: Πολλοί σας κατηγορούν ως ακροδεξιό, έστω και αν κάποτε η Χούντα των Αθηνών σας πολέμησε. Άλλοι χρησιμοποιούν το επιχείρημα ότι ήσασταν πρόεδρος της ΕΦΕΚ. Πως ανταπαντάτε;
ΝΚ: Νομίζω ότι μπορεί στην αρχή να δημιουργήθηκε μια εντύπωση που να ευνόησε αυτές τις κατηγορίες αλλά δέκα χρόνια κομματικής και πολιτικής παρουσίας εδόθησαν οι απαντήσεις. Εγώ δεν νιώθω ότι οφείλω να απαντώ εις το ερώτημα αν είμαι ή όχι ελέφαντας. Δεν είμαι ελέφαντας! Έχω τις αρχές μου, έχω τα πιστεύω μου και με βάση αυτά προχωρώ και πορεύομαι. Η δική μου η γενιά πέρασε τραγικές εμπειρίες, ζήσαμε γεγονότα που οι άλλοι δημιούργησαν για μας, παρόλα αυτά σταθήκαμε, δεν παρασυρθήκαμε ούτε σε ακρότητες ούτε σε τρομοκρατικές πράξεις και είναι προς τιμήν του συνόλου της δικής μας της γενιάς που έμεινε έξω, και από τα όσα έγιναν το 1972 – 74 και από τα όσα προηγήθησαν. Εξ ου και σήμερα αν υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις στο πολιτικό σύστημα προέρχονται από ανθρώπους οι οποίοι έζησαν εκείνα τα γεγονότα. Εμείς τα ζήσαμε, δεν μπορούσαμε να τα επηρεάσουμε, είχαν επιπτώσεις σε εμάς και τουλάχιστον για μένα είναι μια πηγή γνώσης του τι πρέπει να αποφεύγει ο άνθρωπος στην πολιτική του καριέρα για να βοηθά τον τόπο του και όχι να τον καταστρέφει.
ΛΚ: Ποια η γνώμη σας για την παγκοσμιοποίηση και την Νέα Παγκόσμια Τάξη;
ΝΚ: Η παγκοσμιοποίηση σήμερα δυστυχώς μετατρέπει τον πολίτη σε πελάτη. Αυτή είναι μια αρχή λειτουργίας της που δεν προοιωνίζει καλά. Ενώ ο Ελληνισμός πάντα μιλούσε για την οικουμενικότητα, μιλούσε για την ανάγκη της συμφιλίωσης και της συνύπαρξης των λαών, η παγκοσμιοποίηση δεν κινείται μέσα σε αυτό το πνεύμα. Κινείται μέσα στην ανάγκη ανάπτυξης πελατών και αγορών. Και έναντι της ανάγκης της ανάπτυξης των πελατών και των αγορών γίνονται και οι πόλεμοι, γίνονται και οι επεμβάσεις, γίνονται όλα αυτά στα οποία είμαστε μάρτυρες. Η Αμερική ως η πρώτη και κύρια δύναμη σε αυτό τον τομέα θα πρέπει να αλλάξει την αντιμετώπιση των βασικών αρχών λειτουργίας του διεθνούς συστήματος, να αποδεχθεί την δημοκρατία, να σεβαστεί την διαφορετικότητα των λαών και των κρατών και να λειτουργήσει ως ένας κρίκος που θα φέρει μαζί τους λαούς και όχι να τους χωρίζει, να τους διαχωρίζει και να τους πολεμά.
ΛΚ: Και ένα τελευταίο, διότι κάποτε φτάνεις σε ένα σημείο που λες ποιος πραγματικά εξουσιάζει τον πλανήτη; Εσείς τι πιστεύετε;
ΝΚ: Εγώ νομίζω δεν εξουσιάζεται ο πλανήτης από ανθρώπους. Και ότι και να κάνουν δεν νομίζω ότι θα ξεπεράσουν την ύπαρξη και του Θεού και της Θείας Πρόνοιας.
Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009
Κυριακή 30 Αυγούστου 2009
«Επικίνδυνη, ανιστόρητη και καταστροφική η πολιτική του Χριστόφια»
30/08/2009 | ΤΗΣ ΣΚΕΥΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
Δριμύτατη κριτική στους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας σε ό,τι αφορά το Κυπριακό ασκεί, σε συνέντευξή του στη «Σ», ο αναπληρωτής πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος Νίκος Κουτσού.
Ο Νίκος Κουτσού χαρακτηρίζει την πολιτική του Προέδρου Χριστόφια στο Κυπριακό ως επικίνδυνη, ανιστόρητη και καταστροφική για την Κυπριακή Δημοκρατία. «Το Κυπριακό», αναφέρει, «βρίσκεται όχι μόνο σε αδιέξοδο, αλλά σε επικίνδυνη φάση καταστροφικής προοπτικής». Την ίδια ώρα, ο αναπληρωτής πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος εκφράζει την άποψη πως δεν υπάρχει αντικειμενικός αναλυτής των εξελίξεων που να μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις είναι δυνατό να οδηγήσουν σε καλύτερο σχέδιο από αυτό του Ανάν. Ωστόσο, σημειώνει πως η εγκατάλειψη των συνομιλιών δεν είναι η λύση.
θ’ αποτελέσουν τη «ραχοκοκαλιά» της λύσης. Ποια είναι η δική σας πληροφόρηση; Γιατί εμείς γνωρίζαμε για χάσμα απόψεων που χωρίζει τις δύο πλευρές…
Ο κ. Ταλάτ μίλησε και για τα 30 συμφωνημένα έγγραφα, αλλά και για το ότι το περιεχόμενό τους είναι δεσμευτικό και για τις δύο πλευρές. Απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν υπήρξε σαφής και κατηγορηματική διάψευση από τον Πρόεδρο Χριστόφια. Δεν γνωρίζω αν θα υπάρξει στη διήμερη συνεδρία στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου. Είναι γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη φημολογία γύρω από αυτό το θέμα, που επιτείνεται και με τις πληροφορίες για ενδιάμεση συμφωνία, που θα ανακοινωθεί πριν από το τέλος του χρόνου και θα βασίζεται στα μέχρι τώρα συμφωνηθέντα στις διαπραγματεύσεις. Προσωπικά έχω δήλωση παράγοντα μεγάλης χώρας που γνωρίζει ότι υπάρχουν έγγραφα (μπορεί να είναι τριάντα ή όχι, δεν έχει σημασία) των οποίων το περιεχόμενο μόνο ο Πρόεδρος γνωρίζει και τα έχει αποδεχθεί. Δεν ωφελεί να μας διαψεύδει εμάς ο Πρόεδρος, αλλά τον κ. Ταλάτ και την Τουρκία, και μάλιστα αν ο Ταλάτ λέει ψέματα, να τον καταγγείλει για διάδοση ψευδών πληροφοριών προς τον Ο.Η.Ε.
Πιστεύετε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άλλα συμφωνεί με τον Ταλάτ και άλλα λέγει στις δηλώσεις του ή στην ενημέρωση του Εθνικού Συμβουλίου;
Δεν μπορώ να γνωρίζω τι συμφωνεί με τον Ταλάτ και επομένως δεν μπορώ να αξιολογήσω εάν υπάρχει ή όχι απόκλιση. Είμαστε υποχρεωμένοι και δεχόμαστε ότι ο Πρόεδρος λέει την αλήθεια. Η δική μας διαφωνία αφορά ακριβώς αυτά τα οποία λέει ότι ο ίδιος πρότεινε ως θέσεις της ε/κ πλευράς στις συνομιλίες. Όπως για παράδειγμα το θέμα των εποίκων, της εκ περιτροπής προεδρίας, του συνεταιριστικού κράτους, των συνιστώντων κρατών, του τρόπου εκλογής προέδρου και αντιπροέδρου και άλλα. Διαφωνούμε, δηλαδή, στην ουσία με τις θέσεις του Προέδρου και όχι μόνο στη διαδικασία. Ξεκαθαρίζω: Είμαστε κάθετα αντίθετοι με την τουρκική πολιτική στο Κυπριακό. Ταυτόχρονα, διαφωνούμε με την πολιτική του Προέδρου Χριστόφια, την οποία θεωρούμε επικίνδυνη, ανιστόρητη και καταστροφική για την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ως Ευρωπαϊκό Κόμμα ήσασταν εναντίον της έναρξης των απευθείας διαπραγματεύσεων, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει συμφωνημένη βάση για τις συνομιλίες. Βλέπετε να δικαιώνονται οι ανησυχίες σας;
Η θέση του Ευρωπαϊκού Κόμματος ήταν ξεκάθαρη. Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις έναρξης απευθείας διαπραγματεύσεων. Για να υπήρχαν οι προϋποθέσεις, θα έπρεπε η τουρκική πλευρά να υλοποιούσε τo περιεχόμενο της επιστολής Γκαμπάρι, ημερομηνίας 15 Νοεμβρίου 2006. Η επιστολή αυτή είναι και η ουσία της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου 2006, που τόσο την πολέμησε η τουρκική πλευρά και που δυστυχώς ο Πρόεδρος Χριστόφιας, κάνοντας ένα τεράστιο λάθος στρατηγικής εκτίμησης, αλλά και τακτικής, τους βοήθησε να την ξεπεράσουν: α) Με συμφωνημένο από τις δύο πλευρές κείμενο, η επιστολή αυτή καθόριζε την υποχρέωση των δύο πλευρών να καταθέσουν τις θέσεις τους και μόνο εάν υπάρχει ικανοποιητικά ισχυρή βάση (‘…a sufficiently strong basis exists for starting a full-fledged negotiating process. If such is the case, you may then wish to jointly call on the Secretary-General to fully resume his Good Offices mission’.) να αρχίσουν οι απευθείας διαπραγματεύσεις. β) Είχε ήδη επιτευχθεί εμπλοκή των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία ο Πρόεδρος Χριστόφιας και πάλι κατάργησε, αφήνοντας κυρίαρχο λόγο στους Άγγλους και δευτερεύοντα στους Αμερικανούς, ενώ τους άλλους τρεις, δηλαδή τη Γαλλία, τη Ρωσία και την Κίνα τις θυμάται μόνο όταν χρειάζεται βοήθεια, κυρίως για λάθη που ο ίδιος κάνει, όπως έγινε στην προσπάθειά του να αποφύγει τη συμπερίληψη του κοινού ανακοινωθέντος της 23ης Μαΐου 2008 στην έκθεση του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών. γ) Αντί να συνεχίσει την πίεση προς τους Βρετανούς, απέσυρε όλα τα μέτρα τα οποία εγκαινίασε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, και υπέγραψε τη στρατηγική συμφωνία συνεργασίας με τον Άγγλο Πρωθυπουργό, χωρίς να επιμένει σε διευκρινίσεις και στις ευθύνες των ιδίων των Άγγλων για την προσπάθεια άρσης της λεγόμενης απομόνωσης των Τ/κ. δ) Απεδέχθη την επαναφορά του θέματος του εσωτερικού εμπορίου, που επιτρέπει στους Αγγλοσουηδούς να επαναφέρουν την πίεση για την άρση της λεγόμενης απομόνωσης των Τ/Κ. ε) Κατάργησε όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις για το άνοιγμα της οδού Λήδρας και τη διασύνδεση με το άνοιγμα του Λιμνίτη. Αναπόφευκτα έφθασε στο σημερινό σημείο, να έχει δεσμευτεί να δώσει ηλεκτρικό ρεύμα στα κατοχικά στρατεύματα στα Κόκκινα, πριν ανοίξει ο Λιμνίτης να δέχεται τη διέλευση εποίκων από τα σημεία ελέγχου και να μην έχει εξασφαλίσει έστω και συγκεκριμένη ημερομηνία ανοίγματος και λειτουργίας του οδοφράγματος.
Για όλα αυτά και πολλά άλλα που δεν μας επιτρέπει ο χώρος να αναλύσουμε, το Ευρωπαϊκό Κόμμα προειδοποίησε τον Πρόεδρο Χριστόφια ότι: α) Είτε θα συρθεί σε μια παρατεταμένη διαδικασία διαπραγματεύσεων, χωρίς προοπτική κατάληξης σε βασικά σημεία που να εξασφαλίζουν έστω μια λειτουργική λύση, είτε β) θα υποχρεωθεί να αποδεχθεί λύση το ίδιο καταστροφική, ίσως και χειρότερη του Σχεδίου Ανάν, χωρίς να έχει την πολυτέλεια να αποχωρήσει από τις συνομιλίες. Και τα δύο αυτά σενάρια εξυπηρετούν την τουρκική πολιτική και αποενοχοποιούν την Τουρκία. Το Ευρωπαϊκό Κόμμα ξεκαθάρισε τότε ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας, γνωρίζοντας τις θέσεις όλων μας, θα έπρεπε να πάρει τη δική του απόφαση αναλαμβάνοντας και την ευθύνη των αποφάσεών του. Δυστυχώς, οι εξελίξεις μάς δικαίωσαν και το Κυπριακό βρίσκεται όχι μόνο σε αδιέξοδο, αλλά σε επικίνδυνη φάση καταστροφικής προοπτικής.
Η Κυβέρνηση μιλά για «κυπριακή λύση». Είναι εφικτή ή μήπως οδηγούμαστε σ’ ένα ξενόφερτο σχέδιο τύπου Ανάν;
Ένα από τα επικοινωνιακά τεχνάσματα που εισήχθη στις διαπραγματεύσεις είναι η λεγόμενη «κυπριακή λύση», η οποία όχι μόνο δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική επίδραση, αλλά αντίθετα συμβάλλει στην εικόνα ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημα διακοινοτικό και ότι η Τουρκία είναι απλά ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη και όχι ο εισβολέας και κατακτητής του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και επομένως ο ρόλος της είναι απλώς να συμβάλει θετικά στις διαπραγματεύσεις. Εκείνο που μετρά δεν είναι το ποια προέλευση θα έχει η λύση, αλλά το περιεχόμενό της. Και δεν νομίζω να υπάρχει αντικειμενικός αναλυτής των εξελίξεων που να μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις είναι δυνατό να οδηγήσουν σε καλύτερο σχέδιο από αυτό του Ανάν.
Το γεγονός ότι η οποιαδήποτε λύση, που θα είναι συμφωνημένη, θα τεθεί προς έγκριση ενώπιον του λαού, δεν αποτελεί μια γερή ασφαλιστική δικλίδα;
Ασφαλιστική δικλίδα αποτελεί η αταλάντευτη απόφαση της πλειοψηφίας των Ε/κ για λύση που να περιέχει τα πιο κάτω έξι κύρια στοιχεία: α) Αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. β) Κατάργηση εγγυήσεων και δικαιώματος επέμβασης. γ) Αποχώρηση όλων των εποίκων. δ) Δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων, Ε/κ και Τ/κ. ε) Πλήρη σεβασμό των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων για τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα. στ) Πλήρη σεβασμό στις ιδρυτικές Αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την ελεύθερη εγκατάσταση, τη διακίνηση προσώπων και υπηρεσιών, και τη νομή και κατοχή των περιουσιών. Εμείς, ως Ευρωπαϊκό Κόμμα, πιστεύουμε ότι οτιδήποτε άλλο τεθεί μπροστά στους πολίτες, και ανεξαρτήτως ποια πολιτικά πρόσωπα και ποιες πολιτικές ηγεσίες θα το αποδεχθούν, θα απορριφθεί εφόσον δεν περιέχει τις πιο πάνω έξι προϋποθέσεις.
Τουλάχιστον επισήμως, ο Πρόεδρος Χριστόφιας τυγχάνει της στήριξης όλων των πολιτικών δυνάμεων εκτός από εσάς. Σημαίνει κάτι αυτό;
Είναι γεγονός ότι οι υπόλοιπες ηγεσίες με διαβαθμισμένο τρόπο στηρίζουν τις πολιτικές επιλογές του κ. Χριστόφια. Από την παρουσιαζόμενη ως αντιπολίτευση του ΔΗΣΥ μέχρι τα συγκυβερνώντα κόμματα του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ. Το Ευρωπαϊκό Κόμμα σταθερά και από την πρώτη Κυριακή των εκλογών έκανε την επιλογή του να παραμείνει πιστό στις αρχές και τις διακηρύξεις του, να απορρίψει τις δύο επιλογές Χριστόφια -Κασουλίδη, και να συνεχίσει την πορεία του για απελευθέρωση και ευρωπαϊκή λύση. Νιώθουμε δικαιωμένοι, γιατί όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, σε αντίθεση με τις πολιτικές ηγεσίες, τάσσονται αντίθετα με τις πολιτικές επιλογές Χριστόφια. Εμείς επιλέξαμε και βαδίζουμε τη δύσκολη πορεία της συμπόρευσης με την κοινωνία και την αντιπαράθεση με την εξουσία, ενώ οι άλλοι με την εξουσία και τα παράγωγά της. Είναι θέμα χρόνου και σωστής δουλειάς εκ μέρους μας για να μετατραπεί αυτή η ορθή πορεία σε ψήφους.
Είναι, κατά τη γνώμη σας, εφικτή η χάραξη κοινής στρατηγικής κατά τη διήμερη σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου; Ποια είναι η πρόταση του Ευρωπαϊκού Κόμματος, τόσο για τις απευθείας συνομιλίες όσο και για την αξιολόγηση της Τουρκίας τον Δεκέμβριο;
Η εκτίμησή μου είναι ότι και αυτή η σύνοδος του Εθνικού Συμβουλίου θα περάσει χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα και έχοντας την εμπειρία και από άλλες παρόμοιες συνεδριάσεις του παρελθόντος, θα τολμούσα την πρόβλεψη ότι, αφού λεχθούν πολλά και διάφορα, στο τέλος η πλειοψηφία θα επιβάλει την άποψη να το χειριστεί ο Πρόεδρος αναλόγως των εξελίξεων στο Συμβούλιο Κορυφής και αν χρειαστεί, είτε να ενημερώσει είτε να συγκαλέσει ξανά το Εθνικό Συμβούλιο. Δυστυχώς, όπως λειτουργεί το Εθνικό Συμβούλιο, δεν παράγει τίποτε άλλο παρά αναπαράγει την ίδια αντίληψη και λογική, που για 35 τώρα χρόνια προωθούν και εφαρμόζουν κάποιες ηγεσίες. Κατά καιρούς παρουσιάζονται διαφωνίες, κυρίως μεταξύ των δύο ακραίων κομματικών σχηματισμών ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθειά τους να διατηρήσουν το κομματικό σύστημα και τα εκλογικά τους ποσοστά. Ενώ συμπορεύονται στο Κυπριακό, αντιπαρατάσσονται σε άλλα θέματα, για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια των οπαδών τους και να τους κρατούν εγκλωβισμένους. Ο υπόλοιπος ενδιάμεσος χώρος παραμένει ουσιαστικά αμέτοχος, χωρίς οποιοδήποτε συντονισμό και προγραμματισμό, παρακολουθώντας αμήχανα τόσο τη διολίσθηση του Κυπριακού όσο και τη μείωση των εκλογικών του ποσοστών και την επίδρασή του στην κοινωνία.
Το Ευρωπαϊκό Κόμμα θα συνεχίσει να μάχεται και εντός του Εθνικού Συμβουλίου και στην κοινωνία για την ανατροπή αυτής της καταστροφικής πορείας και την επανατοποθέτηση του Κυπριακού πάνω σε απελευθερωτική βάση, για την επίτευξη μιας ευρωπαϊκής λύσης όπου Ε/κ και Τ/κ θα ζουν μαζί σε ένα κράτος, απολαμβάνοντας ίσα δικαιώματα όπως κάθε Ευρωπαίος πολίτης που ζει νόμιμα στην ευρωπαϊκή επικράτεια.
Το να εγκαταλείψει το διάλογο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ένα ενδεχόμενο που πρέπει να εξεταστεί; Και αν ναι, κάτι τέτοιο δεν θα είχε αρνητικές συνέπειες
για τη δική μας πλευρά;
Το ζητούμενο δεν είναι η εγκατάλειψη του διαλόγου, αλλά η αλλαγή τόσο των θεμάτων που συζητούνται και που πρέπει να βασίζονται στα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, των Ηνωμένων Εθνών και στις Αρχές ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και η επανεμπλοκή των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Κοινή στρατηγική με την Ελλάδα, για να αξιοποιήσουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να παγώσουμε την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, εφόσον δεν υλοποιεί τις υποχρεώσεις της.
Εμείς ζητούμε από τον Πρόεδρο Χριστόφια αλλαγή πολιτικής και προώθηση των Αρχών αυτών. Η αποχώρηση δεν είναι λύση, διότι τελικά θα επανέλθεις.
Η ουσία είναι οι βάσεις του διαλόγου, οι αρχές και οι διαδικασίες. Δυστυχώς, ο Πρόεδρος απέτυχε και στα τρία.
Πάντως, ο Πρόεδρος Χριστόφιας, σε συνέντευξη την περασμένη Κυριακή σε αθηναϊκή εφημερίδα, έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στην Άγκυρα ότι θα μας βρει αντιμέτωπους αν δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βλέπετε να σκληραίνει τη στάση της η Λευκωσία και γιατί;
Κάθε σοβαρή χώρα, στη διαχείριση εκείνων των θεμάτων που τα θεωρεί ως εθνικά, κάνει ανάλυση των δηλώσεων και πράξεων του αντιπάλου. Όταν ο Πρόεδρος Χριστόφιας, με τον πιο κατηγορηματικό αλλά λανθασμένο τρόπο, ενώπιον του Έλληνα Πρωθυπουργού δηλώνει ότι τυχόν παρεμπόδιση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας δεν θα τύχει καμιάς υποστήριξης πλην της Ελλάδας, αλλά και ταυτόχρονα ότι δεν μας συμφέρει να ασκήσουμε βέτο (έτσι είπε ο ίδιος), οποιαδήποτε πολιτική συνθηματολόγηση δεν ανησυχεί και δυστυχώς δεν λαμβάνεται υπόψη από την Τουρκία. Πιστεύω ότι πρέπει Κύπρος και Ελλάδα να συνεννοηθούν πάνω στη θέση ότι: α) Η Τουρκία οφείλει άμεσα να εφαρμόσει τη συμφωνία της Άγκυρας για την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό πρέπει να είναι απαίτηση της Ε.Ε., που είναι και το συμβαλλόμενο μέρος. β) Η Κυπριακή Δημοκρατία να απαιτήσει από την Τουρκία και να ζητήσει από την Ε.Ε., στα πλαίσια της Κοινοτικής Αλληλεγγύης, την άμεση αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων. Αν ανταποκριθεί η Τουρκία, τότε και μόνον τότε συνεχίζεται η ενταξιακή διαδικασία. Διαφορετικά παγώνει.